Γράφει ο Κορσαβίδης Βασίλειος
Το Βόιο είναι για μένα κάτι πολύ περισσότερο από έναν γεωγραφικό τόπο. Είναι μνήμη, συναίσθημα, εικόνες και εμπειρίες που με συνδέουν βαθιά με την καταγωγή και την ιστορία μου. Είναι ο τόπος που κουβαλώ μέσα μου, όπου κάθε χωριό, κάθε μονοπάτι και κάθε πέτρινο καλντερίμι έχει τη δική του ιστορία.
Σιάτιστα, Πεντάλοφος, Αγία Σωτήρα – το χωριό μου – , Βλάστη, Αυγερινός, Σισάνι, Επταχώρι, Πελεκάνος και τόσα ακόμη χωριά που μπορώ να παρουσιάζω με περηφάνια. Όσο όμορφα, εύηχα και ιδιαίτερα είναι τα ονόματα αυτών των χωριών, άλλο τόσο ξεχωριστή είναι και η ομορφιά τους. Κάθε ένα από αυτά κουβαλά τη δική του ιστορία, τα δικά του βιώματα και μια παράδοση που περνά από γενιά σε γενιά.
Η πλούσια σε νερά και βλάστηση περιοχή γύρω από το όρος Βόιο έπαιξε σημαντικό ρόλο στη δημιουργία μικρών παραδοσιακών οικισμών με ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Μεγάλωσα ακούγοντας για τα περίφημα Μαστοροχώρια και τα Καστανοχώρια, χωριά που ξεχωρίζουν για την αρχιτεκτονική τους και για την ιστορία των ανθρώπων τους. Πολλοί από αυτούς ήταν ξακουστοί μάστορες της πέτρας, άνθρωποι που ταξίδευαν σε όλη την Ελλάδα για να χτίσουν γεφύρια, σπίτια και εκκλησίες.
Οι περισσότεροι οικισμοί είναι πετρόχτιστοι και αποτελούν, κατά τη δική μου άποψη, από τα πιο όμορφα παραδοσιακά χωριά της βόρειας Ελλάδας. Πολλές φορές μου θυμίζουν τα γνωστά χωριά του Ζαγορίου και άλλων ιστορικών περιοχών της πατρίδας μας. Περισσότεροι από σαράντα μικροί, γραφικοί οικισμοί βρίσκονται διάσπαρτοι στην ορεινή και ημιορεινή ζώνη του βουνού, σχηματίζοντας ένα μοναδικό σύνολο. Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί έχω την αίσθηση ότι βλέπω μπροστά μου έναν πίνακα ζωγραφικής. Τα χωριά ξεπροβάλλουν μέσα από το πράσινο του τοπίου σαν μικρά πετρόχτιστα στολίδια, δημιουργώντας εικόνες που μοιάζουν σχεδόν παραμυθένιες.
Η περιοχή αυτή εκτείνεται στους νομούς Κοζάνης, Γρεβενών και Καστοριάς, δυτικά του Τσοτυλίου μέχρι τους ποταμούς Βενέτικο και Σαραντάπορο. Για μένα το Βόιο παραμένει ένας τόπος αυθεντικός κι γνήσιος. Εδώ η τοπική αρχιτεκτονική και η παράδοση δεν αποτελούν απλώς ένα σκηνικό του παρελθόντος, αλλά μια ζωντανή πραγματικότητα που συνεχίζει να υπάρχει χάρη στους ανθρώπους που αγαπούν και σέβονται τον τόπο τους.
Θυμάμαι τα πέτρινα καλντερίμια των χωριών να μοσχοβολούν από το άρωμα του ζυμωτού ψωμιού και από τις μοναδικές πίτες που ετοιμάζουν οι νοικοκυρές στα σπίτια τους, ιδιαίτερα τις ημέρες των γιορτών και τους καλοκαιρινούς μήνες. Οι παππούδες κάθονται ακόμη στα καφενεία και διηγούνται ιστορίες από τα χρόνια του πολέμου και της ξενιτιάς, ιστορίες που άκουγα μικρός και που σήμερα καταλαβαίνω πόσο σημαντικές είναι για τη συλλογική μνήμη του τόπου.
Οι άνθρωποι του Βοΐου είναι απλοί, δημιουργικοί και βαθιά φιλόξενοι. Αυτή η απλότητα και η ευγένεια είναι που δίνουν στον τόπο μια ιδιαίτερη ζεστασιά και τον κάνουν να ξεχωρίζει.
Στο Βόιο ανήκουν και τα Μαστοροχώρια της περιοχής των Γρεβενών, όπως το Δασύλλιο, το Τρίκορφο, η Καλλονή, το Δοτσικό, ο Άγιος Κοσμάς και οι Κυδωνιές. Αντίστοιχα, στην περιοχή της Καστοριάς βρίσκονται χωριά όπως το Επταχώρι, η Κυψέλη, η Νέα Κοτύλη και ο Πεύκος. Παράλληλα συναντά κανείς και τα λεγόμενα Καστανοχώρια, όπως ο Βράχος, η Λάγκα, η Νίκη, το Καστανόφυτο, ο Άγιος Ηλίας, το Πετροπουλάκι και το Νόστιμο. Τα χωριά αυτά βρίσκονται στην περιοχή των Μικρών Οντρίων και είναι γνωστά για την πλούσια παραγωγή κάστανου.
Η ιστορία του τόπου όμως δεν ήταν πάντα εύκολη. Πολλά χωριά υπέστησαν μεγάλες καταστροφές την περίοδο 1943–1944 από τις γερμανικές κατοχικές δυνάμεις, εξαιτίας της σημαντικής συμμετοχής των κατοίκων τους στην Αντίσταση. Οι κάτοικοι αναγκάστηκαν να κρυφτούν στα γύρω δάση και να παρακολουθούν από μακριά τα όμορφα διώροφα σπίτια τους να καίγονται. Μετά τον πόλεμο πολλοί γύρισαν πίσω και προσπάθησαν να ξαναχτίσουν τα σπίτια τους όσο πιο γρήγορα μπορούσαν, χρησιμοποιώντας όσα υλικά είχαν απομείνει.
Παρά τις δυσκολίες, τα χωριά κατάφεραν να διατηρήσουν σημαντικά στοιχεία της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής και της πολιτιστικής τους ταυτότητας.
Τα χωριά του Ανατολικού Βοΐου, που βρίσκονται στις πλαγιές του όρους Άσκιο, έχουν μια διαφορετική εικόνα. Είναι λιγότερα σε αριθμό αλλά μεγαλύτερα, και ανάμεσά τους ξεχωρίζουν η Σιάτιστα, η Γαλατινή, η Εράτυρα, το Σισάνι και η Βλάστη. Σε αυτά σώζονται ακόμη εντυπωσιακά αρχοντικά, εκκλησίες και δημόσια κτίρια που αποτελούν σπουδαία δείγματα της μακεδονικής αρχιτεκτονικής.
Κάτι που πάντα μου έκανε εντύπωση είναι ότι πολλά χωριά βρίσκονται σε ζευγάρια, πιθανότατα για λόγους αλληλοϋποστήριξης και ασφάλειας. Έτσι συναντά κανείς χωριά όπως Νεάπολη – Τσοτύλι, Βλάστη – Νάματα, Πεντάλοφος – Βυθός, Κορυφή – Χρυσαυγή, Δίλοφο – Δασύλλιο και πολλά ακόμη.
Όταν έρχεται το καλοκαίρι, τα χωριά του Βοΐου αλλάζουν όψη. Ξυπνούν από τη χειμερινή ησυχία και γεμίζουν ξανά ζωή. Τα καφενεία ανοίγουν, οι πλατείες γεμίζουν κόσμο, στήνονται σούβλες και τα πανηγύρια αρχίζουν. Ο ήχος του κλαρίνου απλώνεται στα βουνά και στους λόγγους, δημιουργώντας μια ατμόσφαιρα που δύσκολα μπορεί να περιγράψει κανείς με λόγια.
Κάθε φορά που βρίσκομαι εκεί νιώθω πως επιστρέφω σε ένα κομμάτι του εαυτού μου. Γιατί το Βόιο δεν είναι απλώς ένας τόπος στον χάρτη. Είναι ο τόπος μου.
Κορσαβίδης Βασίλειος
Απόφοιτος ΤΕΦΑΑ ΔΠΘ
Ειδικότητα «Παραδοσιακοί Χοροί»













