Το Μοντεβιδέο ανέκαθεν με γοήτευε από το όνομα του. Έχει μια περίεργη αύρα το άκουσμα του. Μοιάζει μακρινό, μυστηριώδες και λιγάκι εξωτικό. Ενώ στην πραγματικότητα ετυμολογικά σημαίνει “βουνό που είδα” ή “βουνό που φαίνεται” ανάλογα την πορτογαλική ή την ισπανική εκδοχή. Κατά το σύντομο πέρασμά μου από την πόλη, δεν μπορώ να πω πως το όνομα της, ανταποκρίνεται στην εικόνα της φαντασίας μου, όμως το συγκεκριμένο λιμάνι του νοτίου Ατλαντικού έχει σίγουρα μια ιδιαίτερη γοητεία.
Είναι αλήθεια πως οι περισσότεροι που γνωρίζω πως επισκέφτηκαν την πρωτεύουσα της Ουρουγουάης, το έκαναν μέσω του Μπουένος Άιρες, όπως και ο υπογράφων. Από την πρωτεύουσα της Αργεντινής με πλοίο στην απέναντι ακτή του Ρίο ντε λα Πλάτα, στην μικρή πόλη Colonia και από εκεί με λεωφορείο στη δίωρη διαδρομή για Μοντεβιδέο. Εύφορες καταπράσινες εκτάσεις, αραιοκατοικημένες από ανθρώπους, πυκνοκατοικημένες από βοοειδή. Αυτή είναι η όψη της διαδρομής. Το μάτι χάνεται στο πράσινο, μιας και ολόκληρη η χώρα είναι ουσιαστικά ένας επίπεδος βοσκότοπος.
Φτάνοντας στον κεντρικό σταθμό λεωφορείων μας συντρόφευε και μια ελαφριά βροχή. Έμελλε να μας κάνει παρέα και τα επόμενα δύο εικοσιτετράωρα. Τα κοινά με την Αργεντινή είναι πολλά. Αρχικά η γλώσσα, έπειτα οι κάτοικοι, είναι κυρίως απόγονοι Ευρωπαίων μεταναστών, παρόμοια αρχιτεκτονική, γαστρονομία και πολλά άλλα. Ένα κράμα ισπανικών, ιταλικών και γηγενών επιρροών.
Το Μοντεβιδέο είναι η μεγαλύτερη πόλη της Ουρουγουάης στην οποία ζει σχεδόν ο μισός πληθυσμός της χώρας. Είναι χτισμένη στις εκβολές του Ρίο ντε λα Πλάτα, σε κομβικό σημείο, απέναντι περίπου από το Μπουένος Άιρες. Είναι μια πόλη που συνδυάζει τη λατινοαμερικάνικη ζωντάνια με ευρωπαϊκή αρχιτεκτονική και έναν ιδιαίτερα χαλαρό ρυθμό ζωής. Νιώθει κανείς πως τα πάντα στην πόλη κινούνται αργά. Από τον τρόπο που κάθονται στα καφέ, που τρώνε, μέχρι το πώς είναι κτισμένη, ο κόσμος έχει την άπλα του και το χαλαρό ρυθμό του.
Το κλίμα του είναι ήπιο, ωκεάνιο , με ζεστά καλοκαίρια και δροσερούς υγρούς χειμώνες. Ένα τέτοιο δροσερό και υγρό σκηνικό έμελλε να μας συντροφεύει κατά την τριήμερη διαμονή μας.
Αναμφίβολα το πιο όμορφο και επισκέψιμο κομμάτι της πόλης είναι η Ciudad Vieja, η ιστορική καρδιά του Μοντεβιδέο, με αποικιακά κτίρια, μουσεία, τέχνες του δρόμου και μικρά μπαρ και εστιατόρια. Είναι το παλιό και πιο γραφικό τμήμα της πόλης. Συνήθως είναι το μέρος που μαζεύει τον περισσότερο κόσμο, είτε ντόπιους, είτε τουρίστες. Πράγματι μας παραξένεψε πως αν και Σάββατο μεσημέρι επικρατούσε σχεδόν νεκρική σιγή, στο πιο εμπορικό σημείο της πόλης. Ο μουντός καιρός και η βροχή σίγουρα επηρέασε, αλλά δε θυμάμαι σε καμία πόλη του κόσμου τόση ερημιά ένα μεσημέρι Σαββάτου. Επίσης το συγκεκριμένο σημείο της πόλης είναι αυτό που λένε οι ντόπιοι πως καλό είναι να το αποφεύγουμε τη νύχτα, διότι είναι η γειτονιά με τη μεγαλύτερη εγκληματικότητα στην πόλη. Ένα άλλο που μου έκανε εντύπωση στο Μοντεβιδέο είναι παρόλο που δεν θεωρείται από τις φτωχότερες πόλεις της Νοτίου Αμερικής, έχει στα πεζοδρόμια της πολλούς άστεγους ανθρώπους. Είτε θύματα οικονομικής δυσχέρειας, είτε τοξικομανείς, είτε ψυχικά ασθενείς. Ή αν θέλετε συνδυασμός των παραπάνω. Κυριολεκτικά σε κάθε γωνιά της πόλης, ακόμα και στις πιο εύπορες γειτονιές, έβλεπε κανείς λιγοστά υπάρχοντα και έναν άνθρωπο που συνήθως κοιμόνταν. Όλοι τους άντρες, μιας και από πληροφορία που μου έδωσε ντόπια, το κράτος δίνει κυρίως βάση ώστε καμιά γυναίκα και παιδί να μη μείνει στο δρόμο, χορηγοντας καταλύματα. Ας ελπίσουμε να πάρουν σειρά και οι συγκεκριμένοι. Σε όλες τις πόλεις θα δει κανείς ανθρώπους στο δρόμο. Δυστυχώς. Όμως μου έκανε πραγματική εντύπωση ο αριθμός τους, αν κρίνουμε ποσοστιαία σύμφωνα με τον πληθυσμό της πόλης.
Επίσης μια πολύ ωραία βόλτα κατά μήκος της ακτής είναι η La Rambla. H Παραθαλάσσια λεωφόρος μήκους περίπου 13 χιλιομέτρων. Οι ντόπιοι περπατούν, τρέχουν ή κάνουν ποδήλατο δίπλα στη θάλασσα, αν το επιτρέπει ο καιρός. Κατά τη βόλτα μας, ο δυνατός αέρας μας συντρόφευε. Ο συνδυασμός βροχής και σταγόνες από το Ατλαντικό ερεναν το πρόσωπο μας. Τουλάχιστον μας αποζημίωσε η θέα των kite surfers.
Πέρα από το αγαπημένο μου Palacio Salvo που δεσπόζει στο κέντρο της πόλης, ένα άλλο σημαντικό αξιοθέατο της πόλης είναι το Teatro Solís. Ένα από τα παλαιότερα και πιο εντυπωσιακά θέατρα της Νότιας Αμερικής.
Στα της διατροφής, αξίζει να σημειωθεί πως το κρέας έχει κεντρικό ρόλο στη διατροφή των κατοίκων. Μιας και η χώρα είναι ένα απέραντο εύφορο λιβάδι, καμαρώνουν πως έχουν τα πιο νόστιμα κρέατα στον κόσμο. Το ίδιο κάνουν και οι γείτονες τους οι Αργεντινοί. Δε θα διαφωνήσω. Το βοδινό κατέχει κυρίαρχη θέση στο τραπέζι τους και το κόκκινο κρασί μοιάζει επιβεβλημένο. Η κυρίαρχη ντόπια ποικιλία είναι το Tannat που θεωρείται το “εθνικό σταφύλι” της Ουρουγουάης. Όμως βρίσκει κανείς διάφορες ντόπιες ετικέτες από άλλες ποικιλίες καθώς και εισαγόμενα κρασιά, κυρίως από τη Μεντόζα της Αργεντινής. Να σημειωθεί πως γενικά οι τιμές σε σχέση με την Αργεντινή είναι αρκετά πιο υψηλές.
Ένα επίσης παράδοξο θέαμα για εμάς, είναι πως πίνουν mate, ένα αφέψημα από φύλλα yerba mate, σχεδόν παντού και όλη μέρα. Πρόκειται για ένα παραδοσιακό ρόφημα της Νότιας Αμερικής, ιδιαίτερα δημοφιλές στην Αργεντινή, την Ουρουγουάη, την Παραγουάη και τη νότια Βραζιλία. Παρασκευάζεται από τα αποξηραμένα και κομμένα φύλλα του φυτού Ilex paraguariensis (γνωστό και ως “yerba mate”). Περιέχει καφεΐνη σε μικρότερη ποσότητα από τον καφέ, αλλά περισσότερη από το τσάι και έχει πολλές θετικές ιδιότητες. Πίνετε σε μια κούπα με μεταλλικό καλαμάκι την bombilla. Συνήθως κουβαλούν μαζί τους και τον θερμό για να ανανεώνουν με ζεστό νερό την κούπα και αυτή η διαδικασία μπορεί να συνεχίζεται όλη μέρα.
Σε γενικές γραμμές το Μοντεβιδέο αφήνει μια γλυκιά μελαγχολία. Είναι ένας ήσυχος τόπος με σημάδια φθοράς από την αλλοτινή περίοδο ακμής του. Οι κάτοικοι της είναι φιλικοί και χαλαροί, η πόλη θεωρείται από τις πιο ασφαλής στη Λατινική Αμερική και η ζωή κινείται με ήρεμο ρυθμό. Ακόμα και τα Σαββατοκύριακα δεν μπορεί να ζήσει κανείς κάτι ξέφρενο. Θαρρείς και υπάρχει μια γενική αυτοσυγκράτηση. Δεν ξέρω ειλικρινά αν θα επέστρεφα, όμως δε μετάνιωσα ούτε μια στιγμή που την επισκέφτηκα.















