Up


Με τόσα κείμενα στο ίντερνετ αφιερωμένα στο Ρίο ντε Ζανέιρο, τόσες παρουσιάσεις, αφηγήσεις, πληροφορίες (ακόμα και στα Ελληνικά), σκέφτηκα τι διαφορετικό, ίσως, θα μπορούσα να γράψω εδώ. Κατέληξα να επιλέξω λίγα περιστατικά και προσωπικές εμπειρίες από το τρίμηνο τέλη Ιουνίου-τέλη Σεπτεμβρίου 2018 (έβδομη επίσκεψη στην πόλη, μεγαλύτερη σε διάρκεια από τις προηγούμενες έξι μαζί). Δεν ξέρω πόσους και πόσο μπορεί να ενδιαφέρουν, αλλά τουλάχιστον ελπίζω να ξεφύγω λίγο από τα τετριμμένα (όχι ότι τα τετριμμένα δεν έχουν τη χρησιμότητά τους… Αν για παράδειγμα δεν έχεις πάει ποτέ στο Ρίο και σχεδιάζεις ταξίδι εκεί, τα “τετριμμένα” θα σου δώσουν καλές ιδέες για το τι να δεις/κάνεις αποφύγεις).


Λίγους μήνες πριν πάω στο Ρίο, χτύπησα το δεξί πόδι μου παίζοντας ποδόσφαιρο στη Ασουνσιόν (Παραγουάη). Παρά το ότι έχω ταξιδέψει σχετικά αρκετά, σε νοσοκομείο στο εξωτερικό δεν είχα πάει ποτέ (για δικό μου πρόβλημα). Στο Ρίο αποφάσισα – με καθυστέρηση μηνών – να σταματήσω να εθελοτυφλώ, και πήγα στο νοσοκομείο που μου συνέστησε μία φίλη, το Miguel Couto, στην Gávea (δίπλα στην Ipanema). Έδειξα το διαβατήριο στη γραμματεία, μου έδωσαν νούμερο, σε πέντε λεπτά μίλησα με γιατρό κι εξήγησα την περίπτωση, μου έδωσε ένα χαρτί με το οποίο πήγα στο ορθοπεδικό τμήμα, εκεί εξήγησα την περίπτωση με περισσότερες λεπτομέρειες, και με έστειλαν αμέσως για ακτίνες. Περίμενα όχι περισσότερο από 10-15 λεπτά, έβγαλα ακτίνες, τις πήρα στα χέρια μου σε λίγα λεπτά, αμέσως τις έδειξα στους δύο νεαρούς γιατρούς που με είχαν δει λίγο νωρίτερα, και μέσα σε λιγότερο από μία ώρα από τη στιγμή που μπήκα στο νοσοκομείο, βγήκα, έχοντας μιλήσει συνολικά με 4-5 γιατρούς, έχοντας βγάλει ακτίνες, κι έχοντας στα χέρια μου ένα χαρτί με το οποίο μπορούσα να πάω στο φαρμακείο τού νοσοκομείου και να πάρω δωρεάν κάτι χάπια για τη πρήξιμο στο πόδι (τέσσερις ολόκληρους μήνες μετά το χτύπημα). Η όλη διαδικασία ήταν… παιχνιδάκι, και δεν μου κόστισε ούτε σεντάβο, όχι επειδή είχα ταξιδιωτική ασφάλιση, αλλά επειδή στα δημόσια νοσοκομεία στη Βραζιλία δεν σε χρεώνουν, χωρίς να έχει σημασία από ποια χώρα είσαι.


Με το που έφθασα στο Ρίο, προτεραιότητά μου ήταν να γίνω μέλος τής Φλαμένγκο (ποδοσφαιρικός – και όχι μόνο – σύλλογος), προκειμένου να αγοράζω εισιτήρια για όλους τούς εντός έδρας αγώνες τους σε τιμές πολύ-πολύ χαμηλότερες από τις “κανονικές”. Για να γίνω μέλος της, έπρεπε να έχω αριθμό CPF (Cadastro de Pessoas Físicas, Εγγραφή Φυσικών Προσώπων), αρχικά που είχα δει και την πρώτη φορά που πήγα στη Βραζιλία, το 2007, εποχή όμως την οποία η ανάγκη να έχεις CPF (σαν ξένος, σαν… περαστικός από τη Βραζιλία), ήταν σχεδόν μηδαμινή. Αυτήν τη φορά (2018), το CPF ήταν must για πολλά, όχι μόνο για να γίνεις μέλος ενός συλλόγου, αλλά ακόμα και για να αγοράσεις online εισιτήριο υπεραστικού λεωφορείου. Πριν φθάσω στο Ρίο, είχα δοκιμάσει να αγοράσω εισιτήρια λεωφορείων online (κάτι που ήταν πανεύκολο το 2014, στο προηγούμενο ταξίδι μου στη Βραζιλία), όμως όχι μόνο δεν ήταν εφικτό, αλλά ακόμα και για να επικοινωνήσω με τις εταιρείες, να τους στείλω κάποιο email, να κάνω chat με άνθρωπό τους online, να ρωτήσω πώς μπορούσα να κάνω εκείνο που ήθελα χωρίς CPF, ακόμα και γι’ αυτό, για να χρησιμοποιήσω το “Fale Conosco” (Μιλήστε μαζί μας) στις ιστοσελίδες τους, έπρεπε να έχω το… αναθεματισμένο CPF!


Φοβόμουν ότι η διαδικασία θα μου “έτρωγε” μέρες, η Βραζιλία “φημίζεται” για τη γραφειοκρατία της, όμως όταν πήγα στη Receita Federal (“Ομοσπονδιακή Εφορία” νομίζω μεταφράζεται), στην Ipanema, ο συμπαθής φρουρός στην είσοδο μου έδειξε σε ποιο γκισέ έπρεπε να πάω, μου έδωσαν αμέσως ένα νούμερο, μου είπαν να είμαι εκεί σε 40 – νομίζω – λεπτά, ήμουν, χρειάστηκε να περιμένω άλλα… 5-10, όχι περισσότερα, είδα το νούμερό μου στην οθόνη, πήγα στο αντίστοιχο γραφείο, έδειξα το διαβατήριο, αν θυμάμαι καλά χρειάστηκε να συμπληρώσω και όνομα μητρός, και… αυτό ήταν. Μου εκτύπωσαν δύο “κάρτες” (σε περίπτωση που έχανα τη μία), δεν πλήρωσα τίποτα, κι έτσι γρήγορα και απλά είχα στην κατοχή μου έναν αριθμό που έκανε πολύ πιο εύκολη τη ζωή μου στο Ρίο όλο το τρίμηνο εκεί. Βγαίνοντας, δεν μπορούσα να πιστέψω ότι η όλη διαδικασία – που… έτρεμα πριν την κάνω – μου είχε πάρει πάνω-κάτω μόνο μία ώρα. Μάλιστα, αν ήθελα, τα 40 λεπτά τής αναμονής μπορούσα να τα είχα περάσει έξω, κάνοντας βόλτα, δεν ήμουν αναγκασμένος να περιμένω στην αίθουσα αναμονής. Έμεινα… μαζοχιστικά, επειδή ήθελα να δω πώς είναι τα πράγματα σε μία δημόσια υπηρεσία στο Ρίο. Το κοινό που είχαν οι εμπειρίες μου στο νοσοκομείο και στην εφορία (πέρα από το ότι και οι δύο ήταν σύντομες και δεν μου κόστισαν τίποτα), ήταν ότι στις αίθουσες αναμονής οι τηλεοράσεις έπαιζαν εκπομπές για ποδόσφαιρο (χωρίς ήχο).

Κάποιοι, ίσως πολλοί, μπορεί και όλοι, γνωρίζετε ότι ο Χριστιανισμός είναι η κυρίαρχη θρησκεία στη Βραζιλία. Ένα από τα – λιγότερο διαδεδομένα – κλισέ για τη Βραζιλία, πέρα από το “Χώρα του καφέ, της σάμπα, του ποδοσφαίρου”, είναι ότι πρόκειται για την πολυπληθέστερη Καθολική χώρα στον πλανήτη (με διαφορά. Καμία άλλη δεν μπαίνει καν σε σύγκριση μαζί της). Τη δική μου προσοχή περισσότερο την τράβηξαν κάποιοι… άλλοι χριστιανοί, οι Ευαγγελιστές, κυρίως λόγω του… σουρεαλιστικού ναού τους δίπλα – ουσιαστικά – στον σταθμό τού μετρό Nova América / Del Castilho. Τον είδα δεξιά μου την πρώτη φορά που περπάτησα από τον σταθμό τού μετρό μέχρι το Nilton Santos, το στάδιο που χρησιμοποιεί σαν έδρα της η Μποταφόγκο (άλλη ποδοσφαιρική ομάδα τού Ρίο). Ψάξτε στο google maps “Catedral Da Fé – Igreja Universal do Reino de Deus” (Καθεδρικός τής Πίστης – Οικουμενική Εκκλησία τού Βασιλείου τού Θεού), δείτε πώς φαίνεται από τον δορυφόρο, δείτε φωτογραφίες από μέσα και κυρίως από έξω/ψηλά, και θα καταλάβετε γιατί τον χαρακτήρισα νωρίτερα “σουρεαλιστικό”.
Πέρασα αρκετές φορές από εκεί (πηγαίνοντας σε, ή επιστρέφοντας από παιχνίδια τής Μποταφόγκο), πάντα έβλεπα κόσμο να μπαινοβγαίνει, όμως το μεγαλύτερο χάζι ήταν μία Κυριακή πρωί. Λαοθάλασσα…


Την πρώτη φορά που είδα τον ναό, θυμήθηκα κάτι που μου είχε πει η φίλη μου περί Ευαγγελιστών, για το πόσο έχουν… “απλώσει” την επιρροή τους στη χώρα, ειδικά στο Ρίο. Πόσο; Όσο δεν φαντάζεστε. Από 1η Ιανουαρίου τού 2017, δήμαρχος στο Ρίο είναι ο Marcelo Crivella, “κεφάλι” μεταξύ των Ευαγγελιστών στη χώρα, ανιψιός μάλιστα του ιδρυτή της (Edir Macedo, 1977).

Μένοντας στην Πολιτική, αναφέρω ότι το τρίμηνο που πέρασα στο Ρίο ήταν ακριβώς πριν τις εκλογές που κέρδισε ο Jair Bolsonaro. Ο Lula είχε προφυλακιστεί ενώ ήμουν ακόμα στην Ασουνσιόν, και το διάστημα που ήμουν στο Ρίο, προ εκλογών, διοργανώθηκαν αρκετές συγκεντρώσεις από οπαδούς του, που ζητούσαν την αποφυλάκισή του και φυσικά να του επιτραπεί να συμμετέχει στις εκλογές.
Περισσότερο από τις συγκεντρώσεις (σε κάποιες εκ των οποίων πήγα, όχι ως…οπαδός τού Lula, αλλά απλά ως ενδιαφερόμενος παρατηρητής), μου έχει μείνει η κουβέντα με φίλους της φίλης μου, σε μία σύναξη στο σπίτι της για feijoada, την οποία η αδερφή της κάνει φανταστική. Όλοι οι παρευρισκόμενοι ήταν αντι-Μπολσονάρο, και θυμάμαι να λένε ότι μέσα σε λίγες εβδομάδες είχε… έρθει τούμπα ο τρόπος που έβλεπαν τα πάντα γύρω τους, από τον χώρο εργασίας τους, μέχρι τη χώρα γενικότερα. Ένα παλικάρι είπε για παράδειγμα ότι ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι συνάδελφοί του με τους οποίους επί χρόνια είχε πολύ καλή σχέση, έκαναν παρέα κι εκτός δουλειάς – χωρίς να μιλάνε για Πολιτική – έκαναν πλάκα, μοιράζονταν πράγματα, ξαφνικά άρχισαν να εκφράζονται ανοιχτά και ένθερμα υπέρ τού Μπολσονάρο, ανθρώπου που έχει πει σε γυναίκα (με κάμερα να καταγράφει, σε δημόσιο χώρο), ότι δεν θα τη βίαζε ποτέ, επειδή “είσαι πολύ άσχημη για να σε βιάσω” (για να αναφέρω μία μόνο από τις αμέτρητες αηδιαστικές χοντράδες που έχει πει ο συγκεκριμένος – αντικειμενικά φασίστας –τύπος, που με κάποιον τρόπο έπεισε εκατομμύρια Βραζιλιάνους να τον ψηφίσουν).

Θυμάμαι αρχές δεκαετίας τού ‘80, ΠΑΣΟΚτσήδες συγγενείς μου να μη μιλάνε σε Νεοδημοκράτες (προφανώς και το αντίστροφο). Ο διχασμός που επικρατεί στη Βραζιλία εδώ και κάτι περισσότερο από έναν χρόνο κάνει τις προ σχεδόν 40 ετών διαφορές μεταξύ των συγγενών μου να μοιάζουν με χαριτωμένους καβγάδες μεταξύ τετράχρονων σε παιδικό σταθμό…

This image has an empty alt attribute; its file name is DSCN8776-1024x768.jpg


Γλώσσα! Τα Πορτογαλικά τής Βραζιλίας (και σε καμία περίπτωση της Πορτογαλίας), τα ερωτεύτηκα στο πρώτο άκουσμα, χρόνια πριν. Το 2009 έκανα μαθήματα τρεις εβδομάδες σε μία σχολή στο Salvador da Bahia, και τώρα (αρχές Οκτωβρίου 2019), περιμένω ανυπόμονα να αρχίσουν τα μαθήματα που έχω εγγραφεί να κάνω σε μία σχολή στη Θεσσαλονίκη. Ένα από τα χαρακτηριστικά τους που μου φαίνονται πολύ γοητευτικά (και στην προκειμένη περίπτωση αστεία – με την καλή και μόνο καλή έννοια), είναι η τάση των Βραζιλιάνων να χρησιμοποιούν υποκοριστικά και το αντίθετό τους, ακόμα και σε λέξεις που σαν Έλληνας δεν είχα φανταστεί ποτέ ότι θα μπορούσαν να “πάρουν” είτε το ένα είτε το άλλο. Στα Ελληνικά, δεν έχω ακούσει ποτέ να λένε “Σαββατάρα” ή “Σαββάταρο”. Στο Ρίο, sabadão και domingão είναι λέξεις που κόσμος εύκολα χρησιμοποιεί αν ένα συγκεκριμένο Σάββατο ή Κυριακή είναι γεμάτο από πράγματα που τα περιμένουν με προσμονή. Στον αντίποδα, συχνά ακούς να λένε “finalzinho”
(υποκοριστικό τού final, “τέλος”). Στα Ελληνικά θα ήταν… “το τελάκι”;


Τέλος, κεφάλαιο “ασφάλεια”. Δύσκολα αποφεύγεις αναφορά στο συγκεκριμένο, σε οποιοδήποτε κείμενο για το Ρίο. Το… “καλό” που έχω να μοιραστώ με όλους σας, είναι ότι αποτελώ ζωντανή απόδειξη ότι μπορείς να πας στο Ρίο (και να ξαναπάς, και να ξαναπάς), να περάσεις (αθροιστικά) σχεδόν έξι μήνες, και να μην συμβεί το παραμικρό σε εσένα προσωπικά. Σε εμένα δεν συνέβη απολύτως τίποτα (αν και υπήρχαν αρκετές περιπτώσεις που περπάτησα σε δρόμους και ώρες που ντόπιοι μού είχαν συστήσει να αποφύγω). Άκουσα όμως ιστορίες για “πράγματα” που συνέβησαν σε άλλους; Πάμπολλες. Είδα με τα μάτια μου να συμβαίνουν “πράγματα” σε άλλους; Ναι, τουλάχιστον μια ντουζίνα φορές. Εννοώ επιθέσεις σε τουρίστες, είτε στον δρόμο, είτε ακόμα και στην παραλία (Ipanema, σε ένα σημείο που ένας τύπος με μεγάλη κάμερα στα χέρια βρέθηκε περικυκλωμένος από 4-5 πιτσιρικάδες που τον τάραξαν στις κλοτσιές).


Το περιστατικό που μου έχει μείνει περισσότερο, είναι η πρώτη – και μοναδική μέχρι και τώρα –φορά που “έπεσα” σε πυροβολισμούς. Στην οδό Pedro Américo, ούτε 30 μέτρα από τη γωνία με Catete (στην οποία υπάρχει μεγάλο αστυνομικό τμήμα), υπάρχουν σκαλοπάτια που βγάζουν σε φαβέλα. Είχα περάσει από εκεί αμέτρητες φορές, επειδή η είσοδος της πολυκατοικίας τής φίλης μου είναι στα δέκα μέτρα. Μία συγκεκριμένη μέρα, πλησιάζοντας στο σημείο, είδα ότι η κίνηση είχε διακοπεί (είναι ένας μονόδρομος δύο λωρίδων, εκ των οποίων η μία είναι πάντα κατειλημμένη από παρκαρισμένα αυτοκίνητα), δεν περπατούσε κόσμος, πολλοί στέκονταν στις εισόδους των πολυκατοικιών/μαγαζιών τους, και δύο αστυνομικοί ήταν με την πλάτη κολλημένη στον τοίχο, στη βάση των σκαλοπατιών. Αντί να σταματήσω και να κάνω μεταβολή, απλά… άλλαξα πεζοδρόμιο, πήγα στην απέναντι πλευρά, απέναντι από εκεί που είναι τα σκαλοπάτια προς τη φαβέλα, και αφελώς/βλακωδώς συνέχισα να περπατάω. Όταν μάλιστα έφθασα στην ευθεία των σκαλοπατιών, κοίταξα ψηλά, προς τη φαβέλα, για να δω τι… έπαιζε εκεί…

Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ήταν που οι αστυνομικοί… ξεκόλλησαν από τον τοίχο, έκαναν ένα βήμα μπροστά, στη βάση των σκαλοπατιών, και πυροβόλησαν προς τα πάνω. Σχεδόν ταυτόχρονα ακούστηκαν πυροβολισμοί από ψηλά. Η ανταλλαγή κράτησε όλα κι όλα… πέντε δευτερόλεπτα; Μπορεί κι ακόμα λιγότερα. Θυμάμαι κάποιους να μου κάνουν χειρονομίες να τρέξω. Μόνο τότε συνειδητοποίησα τη σοβαρότητα της κατάστασης, και πόσο ηλίθιος είχα φανεί. Δεν έπεσαν άλλοι πυροβολισμοί, σε ένα λεπτό οι αστυνομικοί έκαναν πίσω, και τα αυτοκίνητα που είχαν μαζευτεί άρχισαν πάλι να κινούνται, η ζωή επέστρεψε στο… φυσιολογικό της.


Κάθε λογής κινδύνους μπορείς να αντιμετωπίσεις οπουδήποτε, ακόμα και στη Θεσσαλονίκη (την αναφέρω επειδή τόσο ο Κώστας, που με φιλοξενεί στο Runvel, όσο κι εγώ, είμαστε από “εδώ”). Κατά κανόνα, ανεξάρτητα από το ποια πόλη επισκέπτεσαι, αν είσαι ενημερωμένος, έχεις μια εικόνα ποιες περιοχές θα έκανες καλά να αποφύγεις, και πού χρειάζεσαι απλά μία υγιή δόση κοινής λογικής για να αποφύγεις… ατυχή περιστατικά. Αυτό που κάνει το Ρίο (και άλλες βραζιλιάνικες πόλεις) ιδιαίτερο και περισσότερο… “risky” από άλλες πόλεις, είναι ότι τα όρια είναι δυσδιάκριτα. Λόγω μορφολογίας, στο Ρίο μπορεί να περπατάς σε έναν κατά τα άλλα “ασφαλή” (τουλάχιστον κατά τη διάρκεια της ημέρας) δρόμο, όμως σε ένα συγκεκριμένο σημείο να υπάρχουν σκαλοπάτια που να βγάζουν σε φαβέλα.

Αμέτρητοι άνθρωποι που ζουν εκεί είναι σαν εμένα κι εσάς, εργαζόμενοι, οικογενειάρχες, φοιτητές, όμως αδιαμφισβήτητο γεγονός είναι ότι σε φαβέλας ζουν και πολλοί τύποι που ειδικά όταν κατεβαίνουν οργανωμένοι σε γκρουπ των τεσσάρων-πέντε ατόμων, ένα τετ-α-τετ μαζί τους δεν πρόκειται να είναι ευχάριστη εμπειρία. Σε τόσες επισκέψεις στο Ρίο, δεν έχω γνωρίσει άνθρωπο, ανεξαρτήτως ηλικίας, που να μην έχει πέσει θύμα ληστείας, κατά κανόνα από τρία άτομα και πάνω, που δρούσαν μαζί.

Ακόμα και στις παραλίες μπορείς να “την πατήσεις”. Η Copacabana είναι τεράστια, όχι μόνο σε μήκος, αλλά και σε πλάτος. Πιο κοντά στην Ipanema, στενεύει, κι έχει πάντα κόσμο, με τον δρόμο μόλις 10-15 μέτρα πίσω σου. Όσο πηγαίνεις προς το άλλο άκρη της, βορειοανατολικά, βλέπεις ότι το πλάτος τής αμμουδιάς πολλαπλασιάζεται, κι υπάρχουν σημεία στα οποία λόγω καμπύλης (εκεί που τελειώνει η αμμουδιά και αρχίζει η θάλασσα), δεν φαίνεσαι καν από τον δρόμο/πεζόδρομο. Εσύ μπορεί να απολαμβάνεις τον ήλιο και την άμμο, και ξαφνικά να βρεθείς τριγυρισμένος από πέντε τύπους.
Η Ipanema είναι σχετικά στενή, κόσμος που περπατάει στο πεζοδρόμιο σε βλέπει είτε είσαι στο άκρο κοντά στην Copacabana, είτε είσαι στο άλλο άκρο, στο τέλος (ή αρχή, όπως το βλέπει κανείς) της Leblon. Ειδικά κατά τη διάρκεια της ημέρας αισθάνεσαι ότι… είσαι άνετος εκεί, υπάρχει πάντα κόσμος, έχεις την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν μπορεί να συμβεί με τόσα μάτια τριγύρω, όμως τον άτυχο τον τύπο με τη μηχανή στο χέρι, στην Ipanema τον τσάκισαν στις κλοτσιές, μέρα μεσημέρι, σε ένα σημείο (υπάρχει κάτι σαν… κανάλι που συνδέει τη λίμνη Rodrigo de Freitas με τη θάλασσα. Εκεί συνέβη) που είχε λιγότερο κόσμο. Καταλήγοντας, ταπεινή γνώμη μου είναι ότι θα ήταν υπερβολικό να αποφύγει κανείς να πάει στο Ρίο φοβούμενος ότι… κάτι θα του συνέβαινε, επαναλαμβάνω ότι αποτελώ ζωντανή απόδειξη του ότι μπορείς να περάσεις μήνες εκεί χωρίς να σου συμβεί το παραμικρό, όμως αλήθεια είναι ότι πρόκειται για πόλη στην οποία χρειάζεται να είσαι με τις… κεραίες σηκωμένες, να “σκανάρεις” την περιοχή στην οποία κινείσαι, να είσαι σε επιφυλακή (χωρίς να τρέμεις και τη σκιά σου), και να είσαι πληροφορημένος για τις… ιδιαιτερότητες κάθε περιοχής, ειδικά αν σκοπεύεις να είσαι εκεί μετά τη δύση τού ήλιου.
Προσωπικά, θα ξαναπήγαινα, ξελογιασμένος από χίλια δύο εκεί, κυρίως από το πόσο… εξωτικό μού φαίνεται, λόγω συνδυασμού παραλιών/λόφων, χαρακτηριστικών ανθρώπων, χλωρίδας/ πανίδας, γλώσσας, καιρού (ο χειμώνας μας είναι το καλοκαίρι τους, κι ακόμα και ο “χειμώνας” τού Ρίο είναι ζεστός), και πολλών-πολλών άλλων. Κι αν ξαναπάω, ελπίζω να μάθω από προηγούμενα λάθη μου εκεί…

Aν αναζητάτε κατάλυμα για τη διαμονή σας στο Ρίο ρίξτε μια ματιά στις προσφορές της Booking

Comments

comments


ABOUT THE AUTHOR

Runvel

Leave a Reply